Ο Δρόμος των Βασιλέων


Εκδόσεις e-bookshop.gr

Η πιο απομακρυσμένη επαρχία των Ρωμαίων έχει εγκαταλειφθεί εδώ και καιρό. Οι κάτοικοι της απροστάτευτοι πια, προσπαθούν να επιβιώσουν από την ορδή των Σαξόνων που έρχονται από την ανατολική θάλασσα σαν κύμα, σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμα τους. Στον βορρά οι τρομαχτικοί Πίκτες περνούν το τείχος του Ανδριανού σπέρνοντας την καταστροφή, έχοντας στη κατοχή του το ξόανο της θεάς πολέμου, της Μόριγκαν.

Δυο λιποτάχτες των Ρωμαϊκών λεγεώνων της ανατολής, θα φτάσουν στη χώρα αυτή απογοητευμένοι από τις εξελίξεις της χώρας τους, για να συναντήσουν ένα μεγαλύτερο χάος στη Βρετανία. Πίσω από τους πόλεμους ανάμεσα στις φυλές των Ρωμαιο-Βρετανών των Σαξόνων και των Πικτών υποβόσκει ένας άλλος κρυφός πόλεμος που έχει να κάνει με το μυστηριώδες ξόανο της θεάς. Το θέλουν στη κατοχή τους οι διαβρωμένοι από καιρό Δρυίδες για να ξυπνήσουν τον δράκο, αλλά και το αλλοιωμένο ιερατείο του Μίθρα που έχει ένα σκοπό την δολοφονία του νέου αυτοκράτορα της ανατολής, Ιουστινιανού. Οι μόνοι που θα αντιταχτούν σε αυτές τις σκοτεινές δυνάμεις των μάγων και των ιεροφάντων, είναι οι δυο Ρωμαίοι της ανατολής, αλλά και οι πιστοί τους φίλοι που θα συναντήσουν και ενωμένοι σαν γροθιά θα τα βάλουν με την σκιά που απειλεί την αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης.

Από τους βροχερούς λόφους της Βρετανίας που ακόμα οι γίγαντες των λόφων κατοικούν εκεί, οι ήρωες μας θα βρεθούν στα ομιχλιασμένα βουνά των Πικτών που τους οδηγούν οι μαύροι Δρυίδες και αργότερα θα βρεθούν να πολεμούν κάτω από τη σημαία του στρατηγού Βελισάριου στη Ρώμη, ενάντια στις ορδές των Γότθων και τέλος προστατεύοντας τη ζωή του αυτοκράτορα Ιουστινιανό από τον μεγάλο μάγο της Ατλαντίδας, με σκοπό να πάρουν πίσω τη τιμή τους. Γιατί ένας άντρας χωρίς τιμή είναι ένα τίποτα.
Ρωμαιο-Βρετανοί μετά απο την μάχη εναντίων των Σαξόνων
Διαβάστε μέρος από το δρόμο των Βασιλέων:

Κεφάλαιο 3: Η Φωλιά των Ποντικιών

Το μονοπάτι που τους είχε υποδείξει ο ληστής έβγαλε την μικρή ομάδα σε ένα παλαιό ορυχείο χαλκού που βρίσκονταν σε ένα λόφο μέσα στο δάσος. Η νύχτα είχε κουκουλώσει την οικουμένη με το πέπλο της, κάνοντας τα δέντρα να φαντάζουν άγρια και τρομαχτικά μέσα στην ομίχλη, η οποία μείωνε αισθητά την ορατότητα. Σιγά σιγά ανέβηκαν το παλιό δρομάκι και έδεσαν τα άλογά τους σε ένα δέντρο συνεχίζοντας την διαδρομή με τα πόδια και σχεδόν έφτασαν στην είσοδο του ορυχείου. Όμως εκεί φαίνονταν μια φιγούρα ανθρώπου στο φως ενός φαναριού που φώτιζε την είσοδο. ‘Προφανώς πρέπει να είναι σκοπός.’ Ψιθύρισε ο Ελραχήλ.
Ο σκοπός ακούμπησε την κουρασμένη του πλάτη στο τοίχο του ορυχείου μην ξέροντας ότι κάποιοι τον παρακολουθούν. ‘ Θα τον αναλάβω εγώ.’ Είπε ο Χριστόδουλος, ‘εσείς μείνετε εδώ και μην κάνετε τον παραμικρό θόρυβο.’ Είπε με αυστηρό τόνο .
‘Γιατί εσύ δεν θα κάνεις;’ Του είπε απότομα ο Φάλκον.
‘Πως θα περάσεις τόσα ξερά χόρτα και θάμνους χωρίς να ακουστής!’ Ο Χριστόδουλος κράτησε για άλλη μια φορά τον θυμό του, αν βρίσκονταν κάπου αλλού θα έσπαζε στο ξύλο τον ηλίθιο αυτόν βάρβαρο που όλο μίλαγε αλλά δεν έπραττε. Απλά έφερε το δάκτυλό του στα χείλι του κάνοντας νόημα να κάνει ησυχία. Μετά έβγαλε την πανοπλία του μένοντας μόνο με το καφεπράσινο χιτώνιο του και άφησε όλο τον εξοπλισμό του στον αδελφό του. Το μόνο που πήρε μαζί του ήταν ένα μακρύ μαχαίρι. Το σπλαχνικό, όπως λέγονταν, με αυτό σκότωναν στους πολέμους όσους ήταν βαριά πληγωμένοι και δεν σήκωναν γιατρειά, έτσι τους χάριζαν ένα πιο ανώδυνο τέλος. Μετά σαν ζώο του δάσους εξαφανίστηκε από τα μάτια των συντρόφων του μπαίνοντας στους ψιλούς θάμνους. Άρχισε να πλησιάζει τον εχθρό έρποντας σαν φίδι. Προχωρούσε σιωπηλός και υπομονετικός, είχε γίνει ένα με το δάσος και το δάσος, ένα με αυτόν, περίμενε να ακουστεί ένας ήχος –ένα τρίξιμο, ένα κόασμα νυχτοπουλιού- για να μετακινηθεί. Παρόλο που είχε κάνει αυτή την δουλειά πολλές φορές στο παρελθόν σε εκστρατείες ενάντια στους εχθρούς της αυτοκρατορίας, πάντα είχε στο μυαλό του τον λογισμό ότι μπορεί να τον ανακαλύψουν. Ίσος αυτή η σκέψη να τον έσωζε από τους κινδύνους. Ο Χριστόδουλος είχε πια φτάσει τον στόχο του. Ο σκοπός ήταν ακριβώς πάνω από το φυσικό χαντάκι που είχε κρυφτεί Ρωμαίος. Άκουγε τα βήματα του σκοπού που περπατούσε για να ξεμουδιάσει. Τότε ο Χριστόδουλος επιστράτευσε όλο το θάρρος που του είχε απομείνει και σαν αίλουρος πετάχτηκε στον ληστή, όταν ο δεύτερος είχε γυρίσει την πλάτη του για να πάει προς την άλλη πλευρά της εισόδου. Ο σκοπός τρομοκρατήθηκε. Φάνηκε η αγωνία στα μάτια του, ο Χριστόδουλος του είχε πιάσει το στόμα με το αριστερό του χέρι και με το δεξί χέρι που κρατούσε το σπλαχνικό του τρύπησε τον λαιμό και του έκοψε το λαρύγγι. Ο σκοπός σπαρταρούσε σαν ψάρι που έχει βγει στην στεριά. Προσπάθησε να πάρει ανάσα αλλά το μόνο που ρούφηξε στα πνευμόνια του ήταν το ζεστό του αίμα. Μετά ένιωσε όλα να σβήνουν και μαζί έσβησε κι αυτός, πεθαίνοντας ξεχασμένος στα χέρια του Ρωμαίου φονιά του. Του Χριστόδουλου δεν του άρεσε αυτό που έκανε, όμως έπρεπε. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Για να περάσουν απαρατήρητοι, ο φρουρός έπρεπε να εξοντωθεί. Με αυτές τις σκέψεις έσυρε το πτώμα σε κάτι θάμνους και μετά έκανε σινιάλο στους άλλους να έρθουν κοντά αφού πείστηκε πρώτα ό,τι δεν υπήρχε άλλος σκοπός εκεί.
Πρώτος έφτασε ο Φάλκον ο οποίος ξεθηκάρωσε το βαρύ σπαθί του κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά, μετά ο Ελραχήλ και τελευταίος ο Γεώργιος που κουβαλούσε τον εξοπλισμό του αδελφού του. Ο Γεώργιος άφησε τα πράγματα κάτω και μετά πήγε στην είσοδο του σπηλαίου. Προχώρησε για λίγο μέσα και κοντοστάθηκε για να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι, όμως ήταν τόσο πυκνό! Θα χρειάζονταν αναμμένους δαυλούς για να μπορούσαν να συνεχίσουν. Ο Γεώργιος έκοψε μερικά κλαδιά και αφού πάνω τους έβαλε στουπιά τα άναψε με την φλόγα του φαναριού του νεκρού σκοπού. Μετά τα μοίρασε στους συντρόφους του, ενώ αυτός κράτησε το φανάρι και λίγες στιγμές μετά μπήκαν μέσα στο παλιό ορυχείο.

Μπροστά τους αποκαλύφτηκε ένα σπήλαιο. Τα τοιχώματα ήταν γεμάτα υγρασία ενώ μεγάλα δοκάρια στήριζαν την οροφή του ορυχείου. Σε μια γωνιά φάνηκαν εγκαταλειμμένα εργαλεία πνιγμένα στην σκουριά. Προχώρησαν προσεκτικά μέσα μέχρι που είδαν πέρα ένα τούνελ να χάνετε στο σκοτάδι. Όσο πιο προσεκτικά μπορούσαν έφτασαν στη σήραγγα. Νόμισαν πως σε κάθε τους βήμα περνούσε μια αιωνιότητα λες και ο χρόνος δεν λειτουργούσε σωστά στον τόπο αυτό. Η γοητεία του αγνώστου άρχιζε να τους κυριεύει και μαζί ο φόβος για το τι κρύβετε στις στοές αυτές. Το τούνελ ήταν στενό και έτσι αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε αυτό ένας ένας, για αρκετή ώρα προχωρούσαν προσεκτικά σε αυτό μέχρι που κατέληξαν σε μια διακλάδωση του στενού διαδρόμου. Εκεί ακούστηκε η φωνή του Γεώργιου που προχωρούσε πρώτος στην ομάδα: ‘Τι είναι αυτό για το όνομα της Παρθένου!’ Ο Γεώργιος έμεινε παγωμένος στην θέση του και κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια τον τοίχο ενώ τον φώτιζε με το φαναράκι του. Εκεί στο τοίχωμα της δεξιάς διακλαδώσεως υπήρχε κάτι το βλάσφημο. Ο τοίχος ήταν μαρκαρισμένος με ξεραμένο αίμα. Το σύμβολο έμοιαζε με κεφαλή τράγου ενώ από κάτω του υπήρχε μια γραφή στη Λατινική γλώσσα. Έμειναν παγωμένοι για λίγο κοιτάζοντας την βλάσφημη επιγραφή και θα έμεναν εκεί σαν μαγεμένοι αν δεν τους έβγαζε από τον λήθαργο η φωνή του Φαλκον:’ Προφανώς τα σκουλήκια που ζητάμε βρίσκονται σε αυτό το πέρασμα. Αν ήμαστε τυχεροί θα βρούμε τον πάτερα Ιόντοκους ζωντανό.’ Η ομάδα συνέχισε να περιπλανιέται στα σκοτεινά λαγούμια για πολύ ώρα. Όσο προχωρούσαν βαθύτερα σε αυτά ο αέρας γίνονταν πιο βαρύς και μύριζε χώμα. Στην περιπλάνηση τους συνειδητοποίησαν ότι οι επιγραφές με το ξεραμένο αίμα ήταν στην ουσία σημεία που βρίσκονταν στις διακλαδώσεις του ορυχείου για να μην χάνονται οι κάτοικοι αυτού. Και πράγματι ακολουθώντας τις βλάσφημες επιγραφές φτάσανε σε ένα μεγάλο σπήλαιο. Εδώ ο αέρας δεν ήταν πνιγηρός, αντίθετα ήταν δροσερός και καθαρός, ενώ στην βάση του σπηλαίου είδαν έκπληκτοι έναν καταυλισμό. Με έκπληξη είδαν τον υπόγειο καταυλισμό. Μπρος τους υπήρχαν πολλά μικρά ξύλινα σπιτάκια φτιαγμένα ανάμεσα στους σταλαγμίτες. Στο κέντρο του καταυλισμού υπήρχε ένα μεγάλο φράγμα που χρησίμευε σαν υδραγωγείο σταματώντας την ροή ενός υπόγειου ποταμού και δημιουργώντας έτσι μια υπόγεια τεχνητή λίμνη που τροφοδοτούσε με νερό τα γύρο σπιτάκια του καταυλισμού. Το κάθε σπιτάκι είχε από έξω μια κολώνα που παρήγαγε φως, το φως όμως δεν ήταν φυσικό είχε μοβ χρώμα κάνοντας τον καταυλισμό να έχει βγει από έναν μακάβριο πίνακα ζωγραφικής που εικόνιζε κάποιο τοπίο της κολάσεως. Πίσω από το τεχνητό υδραγωγείο είδαν ότι υπήρχαν κρεμαστά κλουβιά που σε πολλά από αυτά φαίνονταν σκελετοί ανθρώπων. Όμως σε ένα από αυτά υπήρχε η φιγούρα μιας ταλαιπωρημένης γυναίκας. Αυτό όμως που άφησε την ομάδα έκπληκτους από τον τρόμο που είδαν, ήταν ότι μαζί με τους ανθρώπους που περιφέρονταν στον καταυλισμό, υπήρχαν και άλλα πλάσματα. Έμοιαζαν με καρικατούρα ανθρώπου που από τα άσχημα χείλια τους εξείχαν χαυλιόδοντες, άλλα είχαν αυτιά ζώου και άλλα είχαν κοντό σώμα και ήταν κακοφτιαγμένα. Όλα αυτά έμοιαζαν σαν βγήκαν από έναν φρικτό εφιάλτη γιατί μπροστά τους ξύπνησαν οι θρύλοι των αρχαίων λαών, που μιλούσαν για τα πλάσματα της νύχτας και τους καλικάτζαρους. Κοιτάζοντας τους καλύτερα τους είδαν να φορούν δερμάτινες αρματωσιές και ήταν οπλισμένοι με σιδερένια ρόπαλα. Από τις κινήσεις τους φαίνονταν σαν να ετοιμάζονται για κάτι. Έμοιαζε σαν να προετοιμάζονταν για κάποια τελετή. Πράγματι από την δεξιά πλευρά του υδραγωγείου υπήρχε μια εξέδρα που στηρίζονταν σε πέντε ογκώδες φαλλικούς βράχους που αν τους παρατηρούσε κανείς καλά θα καταλάβαινε ότι ήταν τοποθετημένες έτσι, που νοητά έφτιαχναν μια πεντάλφα.
Πάνω στην πλατφόρμα υπήρχε ένας γρανιτένιος βωμός γεμάτος με παράξενα σκευή και άλλα παράξενα αντικείμενα. Στα δεξιά του βωμού υπήρχε μια αβυσσαλέα στήλη από κεφάλια ανθρώπων, που άλλα ήταν σκελετωμένα κι άλλα βρίσκονταν σε διάφορα στάδια της σήψης. Πίσω από τον βωμό υπήρχε το άγαλμα ενός κερασφόρου ειδώλου, κάποιου δαίμονα, ενώ μπροστά από τον βωμό μπορούσαν καθαρά να δουν ένα σχεδιασμένο με αίμα πεντάκτινο αστέρι που σε κάθε γωνιά του βρίσκονταν μια κεφάλι ανθρώπου που χρησίμευε για καντήλι. Το μέρος φάνηκε απίστευτα δαιμονικό στα μάτια της ομάδας και γίνονταν ακόμα πιο αρνητικό από τον αρρωστημένο φωτισμό που κυριαρχούσε στο σπήλαιο.

‘Θεέ και Κύριε. Τι βρωμερό μέρος είναι αυτό;’ Ψιθύρισε ο Φάλκον.
‘Λες και κατρακυλήσαμε στη κόλαση.’ Συμπλήρωσε ο Γεώργιος σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπο του. Δεν ήξεραν πόση ώρα έμειναν ακίνητοι προσπαθώντας να χωνέψουν τι υπήρχε μπροστά τους χωρίς να τρελαθούν. Ήρθαν στην πραγματικότητα μόλις η σπηλιά ολόκληρη σείστηκε από βούκινα και κύμβαλα. Τότε είδαν από την μεγαλύτερη καλύβα να εξέρχεται μια μεγάλη ομάδα. Κοιτάζοντας τους καλύτερα είδαν ότι μπροστά προχώραγαν τέσσερις ψηλοί άντρες με γυμνά τα σώματα τους από την μέση και πάνω, τα κεφάλια τους ήταν καλυμμένα με δερμάτινες μάσκες που θύμιζαν άγρια θηρία, ενώ στα χέρια τους κρατάγανε σπαθιά. Μετά ακολουθούσαν έξη ολόγυμνες γυναίκες με τα μακριά μαλλιά τους λυμένα προχωρούσαν τελετουργικά ενώ κρατούσαν διάφορα αντικείμενα λατρείας. Τελευταίος ακολουθούσε ένας ψηλός άντρας ντυμένος με μια μαύρη κελεμπία, ενώ το κεφάλι του ήταν καλυμμένο με μια κεφάλι τράγου. Τα χέρια του ήταν σταυρωμένα στο στήθος του και καθώς η πομπή προχωρούσε προς τον δαιμονικό ναό ένα πλήθος των καλικατζάρων άρχισε να συγκεντρώνονται γύρο από την τοποθεσία που επρόκειτο να γίνει η τελετή.
Ανάμεσα στο πλήθος βρίσκονταν και μια επιβλητική μορφή. Ήταν ένας άνθρωπος δύο μέτρα ψηλός ντυμένος με τομάρια ζώων και οπλισμένος με ένα μεγάλο δίκοπο τσεκούρι. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν καλυμμένα από μια κουκούλα. Όταν το πλήθος ησύχασε η πομπή είχε φτάσει ήδη στο ναό. Οι τέσσερις γυμνόστηθοι άντρες κάθισαν στις γωνίες του πεντάκτινου αστεριού αφήνοντας ελεύθερη μια θέση αυτού. Οι γυναίκες κάθισαν ακίνητες μπροστά στον βωμό και τέλος ήρθε στον ναό ο αρχιερέας ο οποίος πήρε την θέση του στην κενή θέση που υπήρχε στο πεντάκτινο αστέρι. Για μια στιγμή ησύχασαν όλα. Το μόνο που ακούγονταν ήταν το τρίξιμο των ξύλων που καίγονταν σε δύο μεγάλες εστίες δίπλα από το άγαλμα του δαίμονα.
Λίγες στιγμές μετά η βλάσφημη προς τον Θεό τελετή, άρχισε. Πρώτα ξεκίνησαν να λέγονται κάποιοι ψαλμοί από τους τέσσερις ανθρώπους που στεκόντουσαν στις γωνίες του αστεριού. Η γλώσσα ήταν ένα συνονθύλευμα Ελληνικών, Λατινικών και Κελτικών. Το πλήθος γύρο είχε γονατίσει και προσεύχονταν, ενώ άλλοι είχαν πέσει σε έκσταση. Οι ιερείς άρχισαν να ανάβουν τελετουργικά τα μαύρα κεριά στις γωνίες του αστεριού και μετά άφησαν τα τελετουργικά σπαθιά τους πάνω στην πεντάλφα. Τέλος σταμάτησαν τις ψαλμωδίες όλοι απότομα και ο αρχιερέας τους έφτασε στον βωμό με αργά βήματα. Γύρισε μετά προς τους πιστούς και αφού τους αγκάλιασε όλους με το βλέμμα του άρχισε να μιλάει με μια πομπώδες φωνή: ‘Σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να γιορτάσουμε όλοι μας έναν θάνατο. Τον θάνατο ενός Θεού. Ενός Θεού που πρόκειται να πεθάνει στην γέννηση Του. Ο Θεός αυτός πεθαίνει όποτε θυσιάζουμε στο όνομα του αφέντη μας έναν υπηρέτη Του, αυτή την συγκεκριμένη ημέρα. Κάνοντας αυτή την ημέρα από ημέρα χαράς σε ημέρα πένθους για αυτούς. Από ημέρα αγάπης σε ημέρα μίσους. Σήμερα όμως δεν θα θυσιάσουμε έναν οποιοδήποτε υπηρέτη του. Σήμερα θα θυσιάσουμε στο όνομα του αφέντη μας, αυτόν που μας μάχονταν για χρόνια. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον τρισάθλιο Ιόντοκους. Όμως σήμερα θα εορτάσουμε διπλά γιατί εκτός από αυτόν τον υπηρέτη του Θεού που πρόκειται να θυσιάσουμε, έχουμε κι άλλον έναν.’
Στα λόγια αυτά όλοι οι πιστοί κρεμάστηκαν κυριολεκτικά από τα λόγια του ιερέα. ‘Κάποιον που έπιασα εγώ ο ίδιος.’ Είπε με μεγάλο εγωισμό σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά. ‘Τον Ανδρόνικο ο οποίος ήρθε εδώ από την Ρώμη.’ Και μετά άρχισε να γελά σατανικά. ‘Φέρτε τους.’ Πρόσταξε ‘Σήμερα ο αφέντης μας θα ευφρανθεί με την θυσία που πρόκειται να προσφέρουμε.’

Λίγα λεπτά μετά κάποια κελιά ανοίξανε και μια ομάδα γεροδεμένων καλικατζάρων έσυραν έξω από αυτά τους δύο άτυχους ιερείς. Φάνηκε ένας ταλαιπωρημένος άντρας να τον τραβολογούν δύο καλικάτζαροι. Ο ιερέας είχε σκισμένα ράσα ενώ τα ξανθά μαλλιά του έπεφταν ανακατωμένα στα μάτια του. Τόσο καταπονημένος ήταν που σε κάθε του βήμα παραπατούσε. Πίσω έσπρωξαν στο χώμα έναν πολύ κοντό άντρα. Ήταν και αυτός ιερέας. Ο κοντόσωμος ιερέας προσπάθησε με κόπο να σηκωθεί στηριζόμενος στην μαγκούρα του. Για να τον περιγελάσουν όμως πιο πολύ, οι δεσμοφύλακες τράβηξαν την μαγκούρα και τον κλωτσήσανε για να πέσει κάτω, ο ιερέας έχασε την ισορροπία του και έπεσε στις πέτρες βογγόντας.

Όλοι γύρο γελούσαν και τους κορόιδευαν . Ο Ιόντοκους καταφέρνοντας να ξεφύγει από τους φύλακες του έτρεξε για λίγο μπροστά φωνάζοντας δυνατά ‘Μετανοήστε, μετανοήστε όσο είναι ακόμα καιρός για σας. Μην κάνετε πράξεις που θα σας κάνουν να καείτε στο αιώνιο πυρ.’
Η αγόρευση του σταμάτησε με ένα χτύπημα στο κεφάλι από το ρόπαλο ενός καλικατζάρου και άρχισαν να οδηγούν τους δύο ιερείς προς τον ναό.
Ο Γεώργιος συνήλθε πρώτος από τους τέσσερις συντρόφους. ‘ Καιρός να δράσουμε όσο υπάρχει χρόνος.’ Είπε και στράφηκε προς τους συντρόφους του.
‘Χρυστόδουλε κρύψου εδώ και κάλυψε μας την κάθοδο μας με το τόξο σου. Εσύ Φάλκον έλα μαζί μου και εσύ Ελραχήλ προσπάθησε να ελευθερώσεις την κοπέλα που είναι στα κλουβιά.’ Και έδειξε με το χέρι του το κλουβί που ήταν φυλακισμένη η κοπέλα.

‘Όχι!’ είπε με πείσμα ο Πέρσης’ θα κατέβω στην μάχη μαζί σας, κανείς δεν θα με θεωρήσει δειλό.’ Ο Γεώργιος τον έπιασε από τους ώμους και τον κοίταξε στα μάτια.’ Ελραχήλ! Κανείς μας δεν θα σε θεωρήσει δειλό αν πας να σώσεις αυτή την γυναίκα. Είναι το ίδιο σημαντικό με την κάθοδο μας. Μήπως ο αδελφός μου είναι δειλός που θα σαϊτεύει με το τόξο του τον εχθρό; Πήγαινε σε παρακαλώ.’ Ο Ελραχήλ κοίταξε παραξενευμένος για λίγο τον Ρωμαίο και μετά σιωπηλός χάθηκε στις σκοτεινές στοές.

*** ***

Ο αρχιερέας κάθονταν πίσω από τον αιματοβαμμένο βωμό. Έμοιαζε λες και ο ίδιος ο Σατανάς είχε κατέβει στην γη και ήταν λογικό αφού, αυτόν εκπροσωπούσε. Οι άλλοι ιερείς είχαν δέσει τον Ιόντοκους στον βωμό, παρόλα αυτά ο Ιόντοκους δεν έδειχνε φοβισμένος, αντίθετα έψελνε δυνατά και σταθερά χωρία από τους ψαλμούς του Δαβίδ. Όσο για τον πάτερ Ανδρόνικο κάθονταν ήσυχος σε μια άκρη με σκυμμένο το κεφάλι και προσεύχονταν νοερά περιμένοντας στωικά το τι επρόκειτο να γίνει. Ο δαιμονικός ιερέας ύψωσε τελετουργικά το τελετουργικό μαχαίρι του πάνω από τον λαιμό του Ιόντοκους, που παρόλο σε λίγο το νήμα της ζωής του θα κόβονταν σε λίγα δευτερόλεπτα συνέχιζε να ψέλνει γεμάτος πίστη. Και τότε μια σπαραχτική κραυγή ακούστηκε από το πλήθος και αμέσως μετά ένας γδούπος. Ένας ψηλός καλικάτζαρος ήταν πεσμένος στο πετρώδες πάτωμα από ένα βέλος που είχε έρθει από τα σκοτάδια. Όλο το πλήθος κοιτούσε απορημένο και τρομαγμένο προς την πλευρά αυτή ενώ μερικοί οπλισμένοι καλικάτζαροι προχώρησαν μπροστά σπρώχνοντας με βία μερικούς από το πλήθος για να δουν τι είχε συμβεί. Όμως λίγα βήματα μετά σταμάτησαν γιατί μέσα από τα σκοτάδια φάνηκαν να πλησιάζουν δύο επιβλητικές φιγούρες. Ένας πολεμιστής του βορά ντυμένος με το παραδοσιακή του ενδυμασία και οπλισμένος με ένα βαρύ ξίφος έτρεχε γρήγορα σαν σίφουνας προς τους απορημένους καλικάτζαρους ενώ πίσω του ακολουθούσε ένας άλλος πολεμιστής με μια ασημογάλαζι πανοπλία. Οι καλικάτζαροι προσπάθησαν να αμυνθούν στην σφοδρή επίθεση του Φάλκον που μόλις τους είδε έφερε προς τα πίσω το σπαθί του και καλυπτικέ πίσω από την μεγάλη ασπίδα του. Οι δύο καλικάτζαροι ανοίχτηκαν δεξιά κι αριστερά του περιμένοντας με τα γιαταγάνια τους. Ο Φάλκον φωνάζοντας δυνατά χτύπησε στον λαιμό τον αντίπαλο του με το σπαθί του πριν προλάβει να αντιδράσει και αστραπιαία έκανε μια δεξιόστροφη περιστροφή προς τον δεύτερο αντίπαλο του ο οποίος απόκρουσε εύκολα το κόψιμο του βόρειου με το γιαταγάνι του. Ο Γεώργιος όρμισε μπρος σαν μανιασμένο άλογο στον ιππόδρομο, κάνοντας κοψίματα δεξιά κι αριστερά με το σπαθί του και με συνεχείς περιστροφές κρατούσε μακριά τους αντιπάλους του, προσπαθώντας να φτάσει τους ιερείς. Όμως η επίθεση του σταμάτησε όταν ξεπρόβαλε μπρος του σαν τοίχος ο θεόρατος Κέλτης με το δίκοπο τσεκούρι που είχαν δει από ψηλά. Το πρόσωπο του ήταν καλυμμένο με μια κουκούλα και φαίνονταν μόνο τα κοφτερά του μάτια. Ο Γεώργιος πέταξε κάτω την ασπίδα του και κράτησε το σπαθί του με τα δύο του χέρια στρέφοντας την κόψη του προς το λαιμό του ψηλού Κέλτη. Ο Γεώργιος ένιωσε κινήσεις πίσω του έστρεψε γρήγορα το κεφάλι του πίσω και είδε μια ομάδα τριών ροπαλοφόρων καλικατζάρων να τον περικυκλώνουν. Από την δύσκολη θέση τον έβγαλε ο αδελφός του. Το τόξο του τραγούδησε για άλλη μια φορά και ένα βέλος καρφώθηκε στον αυχένα ενός καλικάτζαρου ο οποίος σωριάστηκε στο πάτωμα άμεσος.

Αυτό ήταν αρκετό για τον Γεώργιο. Με μια κραυγή ιερής οργής έκανε μια προβολή προσπαθώντας να τρυπήσει τον γιγαντόσωμο Κέλτη με το σπαθί του. Ο Κέλτης όμως με ένα πλάγιο βήμα απόφυγε την λεπίδα. Όμως με την κίνηση αυτή είχε βρέθηκε πολύ κοντά στον Γεώργιο. Έτσι εκμεταλλευόμενος την θέση του κατέβασε τους αγκώνες του με δύναμη στους ώμους του Ρωμαίου, τον οποίο τον καθήλωσε με το χτύπημα αυτό ρίχνοντας τον στα γόνατα.

Μερικά μέτρα πίσω από τον Γεώργιο, ο Φάλκον μάχονταν με έναν καλικάτζαρο. Ο νεαρός ορεσίβιος έκανε ένα βήμα πίσω δίνοντας την ιδέα στον μοχθηρό αντίπαλο του ότι υποχωρεί. Ο καλικάτζαρος άφησε ένα χθόνιο γέλιο και με μια απαίσια γκριμάτσα ύψωσε το σπαθί του πάνω από το κεφάλι του και όρμισε μπροστά. Αυτό ήταν και το λάθος του! Ο Φάλκον κάνοντας ένα πλάγιο βηματισμό μόλις ο αντίπαλος του κατέβαζε το γιαταγάνι του, κλάδεψε το αριστερό γόνατο του εχθρού, μετατρέποντας τα χαχανητά του, σε άναρθρες κραυγές πόνου. Ο καλικάτζαρος μην μπορώντας άλλο να στηριχτεί έπεσε στο χώμα και ούρλιαζε καταριόντας θεούς και δαίμονες. Ο Φάλκον τότε είδε τον σύντροφο του σε πόση δύσκολη θέση βρίσκονταν. Με γρήγορες δρασκελιές έτρεξε προς τον Γεώργιο. Η επίθεση του όμως σταμάτησε όταν με έκπληξη στα λαμπερά του μάτια είδε τους τέσσερις ιερείς να σηκώνουν από κάτω τα λεπτά σπαθιά τους. Οι ιερείς τότε στηθήκαν σε μια μικρή φάλαγγα και κινήθηκαν προς τον Καλυδώνιο. Ο Φάλκον μόλις τους είδε να πλησιάζουν κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Άρχισε να προσεύχεται και πήρε μια στάση αμύνης.

Από την άλλη πλευρά ο Γεώργιος ήταν σε τραγική θέση. Ένιωθε τους ώμους του να καίνε από τον πόνο, ενώ από πάνω του ο γιγαντόσωμος Κέλτης γελούσε και καταριόνταν τον νεαρό Ρωμαίο πολεμιστή. Πριν προλάβει να συνέλθει και να σηκωθεί, ο βάρβαρος κλώτσησε τον Γεώργιο με το γόνατο του στο σαγόνι με αποτέλεσμα ο Γεώργιος να σωριαστεί στο πάτωμα γεμάτος αίματα. Όλα γύριζαν γύρο του, προσπάθησε με κόπο να σηκωθεί όμως μάταια. Όλο το κορμί του πονούσε. Ο Κέλτης φάνηκε από πάνω του σαν μαύρο σύννεφο που θα ξαπολούσε τους κεραυνούς του. Έτσι σήκωσε το πελέκι του για να σύνθλιψη το κεφάλι του Γεώργιου και να του κόψει το νήμα της ζωής.

Ο Φάλκον από την άλλη πλευρά στέκονταν ακίνητος περιμένοντας πρώτα την επίθεση των εχθρών του. Ενώ νόμιζε ότι θα κρατούσαν την μικρή φάλαγγα που είχαν φτιάξει αντίθετα μοιράστηκαν και τον περικυκλώσανε όπως οι λύκοι ζώνουν το θύμα τους. Ένα βέλος έσκισε τον αέρα ερχόμενο από την πλευρά που ήταν κρυμμένος ο Χριστόδουλος, όμως το βέλος δεν βρήκε το στόχο του και χάθηκε στο σκοτάδι. Πριν προλάβει να κάνει κάτι ο Φάλκον είδε με την άκρη του ματιού του τον αρχιερέα να εμφανίζετε πίσω από έναν ιερέα. Ο σατανικός αυτός άντρας όρθωσε το χέρι του μπροστά δείχνοντας τον Φάλκον και άρχισε να λέει μια βλάσφημη ρίμα. Ένα σατανικό και αβυσσαλέο τετράστιχο έλεγε ενώ στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα κλειδί. Στιγμές αργότερα ο Φάλκον ένοιωσε παράξενα. Οι μύες του δεν υπάκουαν. Παρέλυσε σιγά σιγά και έπεσε ανήμπορος στην κρύα γη. Μπορούσε να βλέπει και να ακούει τους αντιπάλους του! Μπορούσε να νιώσει τα πάντα γύρο! Όμως δεν μπορούσε να δράσει, ήταν ανήμπορος! Τότε είδε κάποια κακομούτσουνα και σκληρά πρόσωπα γύρο του σαν βγήκαν από ένα εφιαλτικό όνειρο και κάποια χέρια τον γράπωσαν και τον έσυραν πέρα.

Ο Γεώργιος περίμενε παγωμένα το τέλος του. Ο Κέλτης θα κατέβαζε τον πελέκι του και όλα θα τέλειωναν. Όμως τότε άκουσε την φωνή του αρχιερέα να προστάζει: ‘Σίαλγκαϊρ, περίμενε. Μην τον σκοτώσεις τον θέλω ζωντανό. Ο αφέντης θα ευφρανθεί με το αίμα τους.’ Ο Κέλτης δυσαρεστημένος άρπαξε από τα χέρια τον ταλαιπωρημένο Ρωμαίο και τον σήκωσε όρθιο βίαια. Μετά μια ομάδα καλικατζάρων τον άρπαξαν και με σπρωξίματα τον άφησαν να κάτσει δίπλα στον παράλυτο Φαλκον.
Ο αρχιερέας φέρνοντας τα χέρια του στους γοφούς του στράφηκε προς την πλευρά της εισόδου και φώναξε δυνατά: ‘Άγνωστε τοξότη ,είναι μάταιο να μάχεσαι. Παραδώσου και δεν πρόκειται οι υποταχτικοί μου να πειράξουν τους συντρόφους σου.’ Ο αρχιερέας βημάτισε γρήγορα προς του αιχμαλώτους με έναν αέρα θριάμβου και έδειξε μια τον Γεώργιο, μια τον Φάλκον και συνέχισε : ‘Αλλιώς θα τους δεις να εκτελούνται μπρος στα μάτια σου.’ Ο Χριστόδουλος ήταν φοβερά εκνευρισμένος δεν τον ένοιαζε και πολύ για τον βάρβαρο, παρόλο που τον εκτίμησε γιατί πολέμησε σαν λιοντάρι στην μάχη αυτή. Νοιάστηκε όμως για τον άτυχο αδελφό του. Δεν θα τον έβλεπε να εκτελείτε μπρος του. Άλλωστε είχε φύγει από την Πόλη και είχε αφήσει την άνετη ζωή του, μόνο και μόνο για να προστατεύει από τις κακοτοπιές τον μεγαλύτερο αδελφό του και να, τώρα δεν είχε άδικο. Από την άλλη πλευρά όμως θυμόνταν ότι ποτέ δεν είχε υποκύψει σε κανέναν εχθρό, θυμόνταν αυτά που του έλεγε ο δάσκαλός του, ο πατέρας Νήφων για τους Σπαρτιάτες πολεμιστές που δεν παραδόθηκαν στους Πέρσες αλλά πέθαναν πολεμώντας γενναία ως τον τελευταίο. Όλα αυτά πάλευαν μέσα του, η τιμή ενάντια στην αγάπη για τον αδελφό του, που τον έβλεπε εξουθενωμένο στο πάτωμα του σπηλαίου. Ο νεαρός Ρωμαίος σηκώθηκε από την κρυψώνα του και με σταθερά βήματα πλησίασε. Μόλις οι καλικάτζαροι τον είδαν έκαναν γιουρούσι πάνω του, όμως φάνηκε στα μάτια τους τόσο τρομαχτικός! Τα σγουρά μαλλιά του, τα καταπράσινα σαν γάτας μάτια του, φάνηκε μπρος τους σαν αρχαίος Έλληνας ημίθεος. Έτσι σταμάτησαν. Ο Χριστόδουλος πέταξε κάτω το τόξο του και την ρομφαία του βλέποντας σταθερά τον αρχιερέα. Τόσο τρομακτική ήταν η ματιά του, που ο αρχιερέας κοίταξε αλλού. Ο νεαρός εξπλοράτορας τότε φώναξε ‘Παραδίνομαι.’

Άλλο ένα βιβλίο του Γεωργά Γεώργιου που θα μας ταξιδέψει στο μαγικό Αβαλόν. Για να κατεβάσετε το βιβλίο πιέστε εδώ :
Ο Δρόμος των Βασιλέων

1 σχόλιο:

  1. Σας ευχαριστώ πολύ αδέλφια. Ελπίζω να το διαβάσετε και να σας αρέσει.
    Υπάρχει και άλλο βιβλίο ‘οι φύλακες των μυστικών’. Ακολουθεί το λινκ:
    http://pneymatiko.wordpress.com/%ce%bf%ce%b9-%cf%86%cf%8d%ce%bb%ce%b1%ce%ba%ce%b5%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%bc%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd/

    αυτό έχει να κάνει με τις σταυροφορίες.
    Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι.

    Γεώργιος Γεωργάς

    ΑπάντησηΔιαγραφή